Από τον 19ο αιώνα, οι θάλασσες έχουν απορροφήσει περίπου το 28% του διοξειδίου του άνθρακα (CO2) που παράγεται από ανθρώπινη δραστηριότητα και περισσότερο από το 90% της επιπλέον θερμότητας που αυτή προκαλεί. Μάλιστα, μέχρι τα τέλη του αιώνα που διανύουμε, η οξύτητα της θάλασσας θα αυξάνει με δεκαπλάσιο ρυθμό από κάθε άλλο προηγούμενο φαινόμενο οξίνισης που έχει σημειωθεί τα τελευταία 55 εκατομμύρια χρόνια. Τα χαμηλότερα επίπεδα οξυγόνου επηρεάζουν την επιβίωση, την αναπαραγωγή και την ανάπτυξη των θαλάσσιων ειδών.
Εκτός αυτού, εξαιτίας της υπερθέρμανσης, πολλά είδη ψαριών απομακρύνονται από τις ακτές, και μεταναστεύουν σε βαθύτερα νερά ή ακόμη και προς τους πόλους, για να βρουν κατάλληλες θερμοκρασίες. Αξίζει να σημειωθεί ότι η κλιματική αλλαγή ωθεί τα υδρόβια ζώα στη μετανάστευση με 10πλάσια ταχύτητα από ό,τι τα χερσαία ζώα.
Αν δεν αναλάβουμε δράση, η κατάσταση αναμένεται να επιδεινωθεί. Τα ακραία φαινόμενα -και συγκεκριμένα οι καύσωνες της θάλασσας- θα έχουν όλο και μεγαλύτερη ένταση, διάρκεια και συχνότητα, όπως προβλέπει η Διακυβερνητική Επιτροπή για την Αλλαγή του Κλίματος (IPCC). Ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι ακόμα και στο «πιο καλό σενάριο», που η αύξηση της θερμοκρασίας θα περιοριστεί στον 1,5°C, πολλά είδη ψαριών κινδυνεύουν να χάσουν τους οικοτόπους τους και την τροφή τους.
Αυτό όμως δεν είναι καταστροφικό μόνο για τις θάλασσές μας, αλλά και για τους παράκτιους ψαράδες, από τους οποίους προέρχεται η μισή αλιευτική παραγωγή. Λιγότερα ψάρια σημαίνουν λιγότερη τροφή και χαμηλότερο εισόδημα για τους ψαράδες, που έχουν δώσει τη ζωή τους στη θάλασσα.
Οι χώρες που αναμένεται να πληγούν περισσότερο από την υπερθέρμανση και την οξίνιση (πιο όξινο PH) των θαλασσών, είναι εκείνες του ισημερινού. Πρόσφατη μελέτη εκτιμά ότι η βιομάζα των ψαριών σε ορισμένες τροπικές περιοχές αναμένεται να μειωθεί κατά 30% με 40% ως το 2100.
Πηγή:WWF